Αποσπάσματα

Εντος των τειχων

Έτρεξες ποτέ μέσα στην πόλη σου; Προσπάθησες να την παρατηρήσεις τρέχοντας,
να τη διασχίσεις, να τη δεις, να την ακούσεις, να τημυρίσεις; Έτρεξες ποτέ μέσα στην πόλη σου,
όποια και αν είναι, όπου και αν κατοικείς;

Αν αγαπάς την πόλη σου, θα τη θεωρείς το ίδιο όμορφη όπως κι εγώ τη δική μου, τη
Λευκωσία. Παλαιότερα έτρεχα, έχοντας στο μυαλό μόνο πώς θα βελτιώσω την ατομική
μου επίδοση και πώς θα ολοκληρώσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ημερήσιο προπο-
νητικό μου πρόγραμμα. Δε διανοούμουν ότι κάποια φορά θα έτρεχα στην εντός των τει-
χών πόλη, αν και στην πραγματικότητα το επιθυμούσα. Τώρα, όμως, το επιδιώκω όλο
και περισσότερο.
Ευτυχώς το σπίτι μου δε βρίσκεται μακριά από το κέντρο. Μετά από δεκαπέντε λεπτά
τρέξιμο βρίσκομαι έξω από τα ενετικά τείχη, όπου αποφασίζω τη διαδρομή που κάθε φορά
θα ακολουθήσω. Μπαίνω στην παλιά πόλη από την Πύλη Αμμοχώστου, κάνω δεξιά και
χάνομαι στα στενά δρομάκια του Αγίου Κασιανού.
Οδός Αξιοθέας, Χρυσαλινιώτισσα, αναπαλαιωμένα σπίτια… Τρέχω, κοιτάζω ψηλά
να δω τα χρώματα στους τοίχους, τα κεραμίδια, τις υδρορροές, τα ξύλινα μπαλκόνια…

Άλλος αέρας εδώ, άλλη αρχιτεκτονική, άλλοι ρυθμοί. Είναι ωραίο να γνωρίζεις την πόλη σου τρέχοντας.
Αυτούς τους δρόμους τούς περπάτησα, τους πέρασα με το αυτοκίνητο, ακόμα και με το ποδήλατο, μόνος αλλά και με παρέα.
Σαν όμως τρέχω, όλα μου μοιάζουν αλλιώτικα… Όλα είναι πιο μαγικά, δεν έχουν τη στατικότητα που έχουν,
όταν τα βλέπεις περπατώντας, ούτε την ταχύτητα, όταν τα προσπερνάς με το αυτοκίνητο.

Οδός Έκτορος, η μεγάλη Πύλη της Αμμοχώστου απέναντι, οδός Αμμοχώστου, οδός Ερμού, η υποχρεωτική στροφή στ’ αριστερά
προς την Πενταδακτύλου, αφού το συρματόπλεγμα των παλιών αμαρτιών μικρής μερίδας ανεγκέφαλων που νόμιζαν πως είναι
ανώτεροι από τους υπόλοιπους που βρίσκονται στην άλλη πλευρά, μας φράζει το δρόμο και διχοτομεί τη μικρή μου πόλη στα δύο.
Είναι ενοχλητικό να μην μπορώ ποτέ να ολο κληρώσω τον κύκλο της πόλης, να τρέξω γύρω από τα ενετικά τείχη, να κάνω το γύρο
της τάφρου. Είναι ενοχλητικό να συμβιβάζομαι μόνο με τη μισή αφήνοντας την άλλη για μίαν άλλη μέρα, όταν θα περάσω από το
οδόφραγμα, για να τρέξω στην άλλη μισή, που έχει το ίδιο όνομα, τον ίδιο αέρα, το ίδιο αποχετευτικό σύστημα, αγκαλιάζεται από τα ιδία τείχη, αλλά… κουβάλα αυτό το μεγάλο «αλλά» σαν κατάρα στην πλάτη της.

Οδός Θησέως, Ηρακλέους, Παγκύπριο Γυμνάσιο, Αρχιεπισκοπή, μικρές εκκλησίες, καμπαναριά, μιναρέδες… Το πολύχρωμο μωσαϊκό των θρησκειών, των πολιτισμών και των κουλτούρων είναι το άρωμα που αφήνει η σημερινή οδός Τρικούπη. Έλεγα να πάρω τα πόδια μου και να βγω από την Πύλη Πάφου, αλλά δεν το έκανα. «Άλλη φορά», σκέφτηκα, «σήμερα δε θέλω να τρέξω περισσότερο από μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά». Βγαίνω από τον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ», μπαίνω στο πάρκο που βρίσκεται στην τάφρο και κατευθύνομαι προς τη Λεωφόρο Λάρνακος για να επιστρέψω στο σπίτι.

Advertisements

Ερωτα με τη φυση…

«Μια μέρα θα πρέπει να πάμε να με ξεναγήσεις στον Ακάμα.» Αυτή ήταν η μόνιμη επωδός του αδελφού του Άρη κάθε φορά που μιλούσαν. Ο αδελφός του είχε μετακομίσει προσωρινά (τις καθημερινές) στην Πόλη Χρυσοχούς εδώ και τρεις μήνες και υπολείπονταν μερικές μόνο βδομάδες μέχρι να τελειώσει την εργασία που είχε αναλάβει μαζί με μερικούς ακόμα στρατιωτικούς για να επιστρέψει στη Λευκωσία.

«Θα σου κάνω τη χάρη υπό έναν όρο», του είπε ο Άρης, «τον οποίο θα σου αποκαλύψω την Πέμπτη το μεσημέρι όταν θα έρθω να σε βρω». Ήταν τέλη Μαΐου ή αρχές Ιουνίου. Ο Άρης ετοίμασε μια μικρή βαλίτσα χειρός με τα δικά του χρειαζούμενα αλλά και του πεντάχρονου τότε γιου του και ξεκίνησαν από τη Λευκωσία νωρίς νωρίς. Είχαν μπόλικο χρόνο μπροστά τους μέχρι το μεσημέρι που θα σχολνούνε ο αδελφός του και γι’ αυτό αποφάσισε να μην ακολουθήσει την εύκολη διαδρομή μέσω του αυτοκινητόδρομου αλλά να οδηγήσει μέσω των βουνών. Πήραν το δρόμο Λευκωσίας-Τροόδους, έστριψαν δεξιά στην έξοδο της Λινού-Φλάσου,  από τον Ορκόντα έφτασαν στον Κάμπο όπου έκαναν ένα διάλειμμα για να ξεκουραστούν και μετά μέσω του δασικού σταθμού στο Σταυρό της Ψώκας κατηφόρισαν προς τα δυτικά παράλια όπου βρίσκεται η Πόλη Χρυσοχούς.

Στο σπίτι όπου έμενε ο αδελφός του έφτασαν σχεδόν ταυτόχρονα. «Μην τολμήσεις να πεις στους συναδέλφους μου πως ήρθες από τα βουνά, γιατί θα σε κράξουν», προειδοποίησε τον Άρη ο αδελφός του.

Ταχτοποίησαν τα πράγματα που έφεραν μαζί τους και κατέβηκαν στην πλατεία για φαγητό.

– Ας ξεκουραστούμε λίγο μετά το φαγητό και μετά ξεκινούμε για τον Ακάμα, πρότεινε ο αδελφός του Άρη.

– Γι’ αυτό ήρθαμε εξάλλου, του απάντησε.

– Και ποιος είναι ο όρος που μου έλεγες στο τηλέφωνο; τον ρώτησε αμέσως μετά.

– Θα μας μεταφέρεις με το αυτοκίνητό σου που είναι ψηλό και κατάλληλο για τους δρόμους του Ακάμα. Όταν φτάσουμε στο σημείο που θέλω, θα κατεβώ  από το αυτοκίνητο, θα ξεκινήσω να τρέχω κι εσύ με το γιο μου θα με ακλουθείτε από απόσταση χωρίς να με ενοχλείτε, εκτός κι αν στο μεταξύ έχεις καμία απορία, του διευκρίνισε ο Άρης.

– Θα δω τίποτα το ενδιαφέρον ή θα με χρησιμοποιήσεις για να προσέχω το μικρό όσο εσύ θα τρέχεις; βιάστηκε να αναρωτηθεί.

– Θα δεις και θα μείνεις πολύ ευχαριστημένος. Έτσι και αλλιώς δεν έχεις δει ποτέ τον Ακάμα. Όπου σε πάω, καλό θα είναι, έσπευσε να τον καθησυχάσει ο Άρης.

Λίγο μετά τις πέντε το απόγευμα ήταν όλοι μαζί στο αυτοκίνητο. Ξεκίνησαν από την Πόλη Χρυσοχούς, με κατεύθυνση προς το Λατσί και το Προδρόμι, και σε λίγα λεπτά βρέθηκαν έξω από το χωριό Ανδρολύκου.

Ο Άρης κατέβηκε από το αυτοκίνητο ντυμένος με τα αθλητικά του και ξεκίνησε να τρέχει. Ο αδελφός του με συνοδηγό το γιο του βλέποντας ένα τόσο μεγάλο χωριό σχεδόν ερειπωμένο τον πλεύρισε και άρχισε τις ερωτήσεις. Το χωριό Ανδρολύκου κτισμένο ανάμεσα σε δυο φαράγγια ήταν ένα από τα μεγάλα τουρκοκυπριακά χωριά και οι κάτοικοί του παρέμειναν στα σπίτια τους μετά την εισβολή από τους Τούρκους το 1974. Τον Αύγουστο του 1975 όταν έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών οι περισσότεροι από τους 638 κατοίκους του το εγκατέλειψαν συνοδευόμενοι από τα Ηνωμένα Έθνη με προορισμό τα κατεχόμενα. Σήμερα στο χωριό ζουν ελάχιστοι κάτοικο οι όποιοι είναι βοσκοί.

Ο Άρης μοιράστηκε με τον αδελφό του όλες τις πληροφορίες που είχε μάθει για το χωριό από ένα φίλο συναθλητή του, τον Πανίκο, ξεναγό στο επάγγελμα. Αυτός ήταν που του έμαθε και τη διαδρομή που μόλις είχαν ξεκινήσει να διανύουν, στη διάρκεια της οποίας έβλεπαν κατσίκες να διασταυρώνουν τους δρόμους, μισογκρεμισμένα σπίτια, ένα τζάμι χωρίς μιναρέ -γιατί άραγε σε μερικά χωριά τα τζαμιά να έχουν μιναρέ και σε άλλα όχι;

Με βόρεια κατεύθυνση πέρασαν μέσα από χωματόδρομο προς το Νέο Χωριό και απολάμβαναν το πανέμορφο φυσικό τοπίο. Ο Άρης παρακαλεί τον αδελφό του να ελαττώσει ταχύτητα, να μείνει αρκετά πίσω με το αυτοκίνητό του για να μην του διαταράσσει την ησυχία.

– Θέλω ησυχία, τώρα κάνω ερώτα με τη φύση, φτάνω σε πνευματικό οργασμό, του είπε.

– Μην τολμήσεις να πεις τέτοιες μαλακίες μπροστά στους συνάδελφους μου, γιατί θα σε παρεξηγήσουν, τον προειδοποίησε ο αδελφός του.

Από το Νέο Χωρίο έκαναν  αριστερά, πέρασαν από τον εκδρομικό χώρο  «Σμιγιές» και μπήκαν στην «καρδιά» του Ακάμα. Από ψηλά στο βάθος δεξιά, στην αγκαλιά  του κόλπου  τα Λουτρά της Αφροδίτης και η Πόλη Χρυσοχούς , αριστερά η «Φοντάνα Αμορόζα», η βρύση του ερώτα, και το ακρωτήριο Αρναούτη. Λίγο αργότερα βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο απότομο κατήφορο που ήταν έτοιμο να τους ρίξει στο στόμα της θάλασσας.

Ο Άρης κατέβαινε με ταχύτητα τον κατήφορο και έβλεπε την αγκαλιά της θάλασσας να τον τυλίγει. Καθώς έτρεχε έβγαλε τα ρούχα και τα παπούτσια, ενώ μόλις πάτησε τα χαλίκια της παραλίας και έπεσε γυμνός στη θάλασσα.

– Τελείωνε, είναι επτά η ώρα, στις οκτώ θα πάμε για πίτσα με τους συναδέλφους μου, του φώναξε ο αδελφός του.

Οπτασιασμένος ο Άρης βγήκε από τη θάλασσα και ντύθηκε. Από τον Ακάμα βγήκαν μέσω του δρόμου που οδηγεί στα Λουτρά της Αφροδίτης. Χωρίς καλά καλά να συνέλθει από τη μαγευτική εμπειρία που μόλις βίωσε βρέθηκε στην πλατεία της Πόλης Χρυσοχούς να τρώει πίτσα με τους συνάδελφους του αδελφού του.

Κάτσε τώρα να εξηγείς σε στρατιωτικούς για έρωτα με τη φύση και για πνευματικό οργασμό.

Γρήγορα (εν γνώση του) τον έπιασαν στο δούλεμα, αλλά το απολάμβανε.
Αυτός που δυσανασχετούσε ήταν ο αδελφός του Άρη που σε κάποια στιγμή του ψιθύρισε: «Σκάσε και θα με κάνεις ρεζίλι».  Αλλά πού να  σκάσει ο Άρης… Όλο και έριχνε λάδι στη φωτιά προσπαθώντας να  τους εξηγήσει πώς με το τρέξιμο μπορεί κάποιος να φτάσει σε πνευματικό οργασμό. Ο Γιάννης που δεν είχε βγάλει λέξη από το στόμα του ως εκείνη τη στιγμή πήρε το λόγο και είπε με αποφασιστικότητα: «Ρε Άρη, εν να ξεκινήσω να βουρώ και αν δε χύσω θα σε γαμήσω…!!!»

Σε δεκα λεπτα θα ειμαι ετοιμος

Όταν έχεις χιούμορ, μπορείς να δεις τη ζωή με άλλο «μάτι». Όταν είσαι δρομέας και έχεις και χιούμορ, τότε η ζωή σου αποκτά άλλη άξια, άσχετα με τα προβλήματα και τα «κτυπήματα» της μοίρας. Ζωντανό παράδειγμα o τυφλός δρομέας, φίλος του Άρη, που με το αυτοσαρκαστικό του χιούμορ σόκαρε πολλές φορές τους παρευρισκομένους που δεν γνώριζαν τι άνθρωπος είναι.
Ο Άρης έπρεπε να ήταν στην ώρα του για να τον συνοδέψει στην προπόνησή του. Στις πέντε θα τον παραλάμβανε από μια συνεδρία που είχε με κάποιους άλλους τυφλούς. Ακριβής στην ώρα που συμφώνησαν να βρεθούν, ο Άρης κτυπά την πόρτα του γραφείου και μπαίνει στην αίθουσα όπου συνεδρίαζαν. Εκεί κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι καμιά δεκαριά άνθρωποι, άντρες και γυναίκες.
– Άρη, εσύ; ρώτησε ο φίλος του.
– Ναι, ήρθα να σε πάρω, του απάντησε.
– Δώσε μου ακόμα δέκα λεπτά, γιατί δεν τελειώσαμε, τον παρακάλεσε αυτός.

Ο Άρης βγήκε έξω και άρχισε να κάνει αρνητικές σκέψεις, «δε θα φτάσουμε, η ώρα είναι ήδη πέντε και αυτός είναι ακόμα ντυμένος με το κοστούμι, κάθεται στον καφέ και την κουβέντα και θέλει ακόμα δέκα λεπτά για να τελειώσει! Δε θα προλάβουμε να κάνουμε το πρόγραμμά του και θα παραπονιέται όταν του πω πως έχω δουλειά και θα πρέπει να φύγω». Πριν καλά καλά ολοκληρώσει τη σκέψη του και πριν περάσουν τα δέκα λεπτά άνοιξε η πόρτα του γραφείου και βγήκε ο φίλος του με την αθλητική τσάντα στο χέρι φορώντας κοντό παντελονάκι, φανέλα και τα αθλητικά του παπούτσια.
– Πότε άλλαξες; τον ρώτησε έκπληκτος ο Άρης.
– Μέσα στο γραφείο ενώ ακόμα συνεδριάζαμε. Μήπως με είδε κανείς; απάντησε με τον πιο φυσικό τρόπο!

Ο πρωτος τερματισμος μαραθωνιου

Παρόλο που έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ολοκλήρωσε με επιτυχία τον πρώτο του μαραθώνιο δρόμο, παρόλο που από τότε τερμάτισε άλλους τριάντα τουλάχιστον μαραθωνίους, αυτό που ένιωσε την πρώτη φορά που περνούσε τη γραμμή του τερματισμού δεν ξεχνιέται. Κάθε φορά είναι όντως διαφορετική, κάθε φορά είναι μια υπέρβαση και μια ξεχωριστή νίκη απέναντι στην ύπαρξη του κάθε μαραθωνοδρόμου, αλλά η πρώτη φορά είναι σαν τον πρώτο ερώτα.

Ο Άρης ολοκλήρωσε με επιτυχία τον πρώτο του μαραθώνιο στην Πάφο, την όμορφη παραλιακή πόλη της μικρής του πατρίδας. Ήταν ένα πρωινό  Κυριακής και είχε στοιχηματίσει με τον εαυτό του ότι θα τερμάτιζε ανεξαρτήτως χρόνου. Είχε προηγηθεί μια αποτυχημένη προσπάθεια, όταν εγκατέλειψε τον αγώνα στα τριάντα οκτώ χιλιόμετρα και αυτό τον πείσμωνε ακόμα πιο πολύ.

Στο συγκεκριμένο μαραθώνιο δε λάμβαναν μέρος πολλοί αθλητές, ήταν δεν ήταν εκατό, ντόπιοι και ξένοι. Η διαδρομή ήταν δύσκολη, οι αθλητές λίγοι, με αποτέλεσμα οι δρομείς να αραιώσουν πολύ γρήγορα. Ο Άρης βρέθηκε να τρέχει μόνος του από τα πρώτα πέντε χιλιόμετρα. Είχε βάλει στόχο να κρατήσει ένα ρυθμό διανύοντας σε περίπου τέσσερα λεπτά το κάθε χιλιόμετρο, κάτι που κατάφερνε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία. Η διοργάνωση ήταν πολύ καλή, τα χιλιόμετρα ήταν μαρκαρισμένα ένα προς ένα και έτσι ο Άρης μπορούσε να ελέγχει εύκολα το ρυθμό του.

Υπομονή, υπομονή και πάλι υπομονή… Τα τρία αυτά στοιχεία πρέπει οπωσδήποτε να τηρεί ο κάθε μαραθωνοδρόμος. Βρισκόταν για αρκετά χιλιόμετρα στην τρίτη θέση αλλά αυτό δεν είχε καμιά σημασία, αφού ο στόχος του ήταν να περάσει τη γραμμή του τερματισμού. Μετά το πρώτο μισό της διαδρομής, επειδή ένιωθε καλά, έχασε για λίγο τη συγκέντρωσή του και ανέβασε ρυθμό, υπερτίμησε τις δυνάμεις του, έβλεπε για ώρα τον προπορευόμενό του αθλητή και βιάστηκε να κάνει «αλλαγή» για να τον προσπεράσει, κάτι που τελικά κατάφερε στο εικοστό έβδομο χιλιόμετρο.

Σιγά σιγά κατάφερε να περάσει το τριακοστό δεύτερο χιλιόμετρο, κοίταξε το ρολόι του και ήταν τέσσερα λεπτά πιο γρήγορος από το στόχο που είχε θέσει. Χαμογέλασε και σκέφτηκε πως όλα πήγαιναν καλύτερα από ό,τι υπολόγιζε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει ούτε κάποια κράμπα ούτε κάποιο μυϊκό πόνο ούτε κάποιο από αυτά τα περίεργα πονάκια στο στομάχι, στο  συκώτι ή στη σπλήνα αλλά ούτε και τους καρδιακούς του παλμούς να ανεβαίνουν ιδιαίτερα.

Εκατό μέτρα μπροστά του βρισκόταν η πινακίδα με την ένδειξη «τριακοστό τέταρτο χιλιόμετρο». Κοίταξε το ρολόι του. Είχε πέσει λίγο ο ρυθμός του, αλλά θεώρησε ότι αυτό οφειλόταν στο μεγάλο ανήφορο που βρισκόταν στα μέσα του χιλιομέτρου που μόλις ολοκλήρωνε. Οκτώ χιλιόμετρα πριν το τέρμα ήταν σχεδόν σίγουρος πως όλα κυλούσαν ομαλά. Ποτέ όμως δεν ξέρεις πότε θα προκύψει κάποιο πρόβλημα στο μαραθώνιο… Και έτσι ξαφνικά από το πουθενά ένιωσε σαν να τον χτύπησε από απέναντι ένας άνεμος, σαν να σκέπασε το μυαλό του ένα σύννεφο κάνοντάς τον να τα βλέπει όλα γύρω του γκρίζα, σαν να είχε ένα χέρι απέναντί του, στο ύψος του στήθους του, και να του βάζει αντίσταση.

Αναπνοές, αυτοσυγκέντρωση, σκεφτόταν πως «θα περάσει»… Μα δεν περνούσε… Ακολούθησαν τρία χιλιόμετρα. Σε κάθε μέτρο σκεφτόταν να εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Ένιωθε να πονά τα πόδια του, ένιωθε το κεφάλι του να είναι βαρύ σαν να πιέζεται μέσα σε μια μέγγενη. Ο ρυθμός του από τέσσερα λεπτά το χιλιόμετρο έπεσε στα πέντε. Στο τριακοστό ένατο χιλιόμετρο δεν άντεξε. Ξέσπασε σε κλάματα. Ενώ έτρεχε
άκουσε μια γυναικεία φωνή να του φωνάζει «έλα Άρη, μπορείς» σπρώχνοντάς τον να κάνει την υπέρβαση. Έσφιξε τα δόντια. Ένιωθε ότι σερνόταν και όχι ότι έτρεχε. Επαναλάμβανε στον εαυτό του «ή θα πεθάνεις ή θα τερματίσεις», ενώ τα δάκρυα έρεαν από τα μάτια ακόμα πιο πολύ εξαιτίας του ιδρώτα που  έβγαζε το σώμα του.

Έμεναν λιγότερο από μερικές εκατοντάδες μέτρα. Με τα μάτια θολά από τα δάκρυα που προκαλούνταν πλέον και από την παρότρυνση των γνωστών του που παρακολουθούσαν τον αγώνα και νιώθοντας σίγουρος πως επιτέλους θα κατακτούσε ένα όνειρό του, ξέσπασε σε λυγμούς περνώντας κάτω από την αψίδα του τερματισμού. Το χρονόμετρο έγραφε «δυο ώρες, πενήντα δύο λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα». Νιώθοντας τόσο μεγάλη ικανοποίηση και ευτυχία, χρόνια μετά όταν απέκτησε το πρώτο του παιδί είχε να λέει πως ανάλογα συναισθήματα χαράς και ευτυχίας ένιωσε όταν ήταν παρών στη γέννηση του πρώτου του παιδιού αλλά και όταν τερμάτισε τον πρώτο του μαραθώνιο δρόμο.