Αποσπάσματα

Απογευμα βροχερης Κυριακης

Απόγευμα Κυριακής, βαριόμουν… Μια μελαγχολία, μια νοσταλγία και ο μουντός καιρός συνέθεταν ένα σκηνικό, που αδυνατώ να το περιγράψω. Πήρα το αυτοκίνητο και ξεκίνησα προς άγνωστη κατεύθυνση. Βουνό σκέφτηκα, να πάω να περπατήσω σε κάποιο ορεινό χωριό. Το καλό με το νησί μας είναι πως όπου αποφασίσεις να πας, όπου και να βρίσκεσαι, σε μια ώρα το πολύ μπορείς να είσαι στο ψηλότερο βουνό ή σε όποια παραλία θες.

Οι υαλοκαθαριστήρες πηγαινοέρχονταν καθαρίζοντας το τζάμι από το ψιλοβρόχι, ενώ η θερμοκρασία έξω ήταν έξι  βαθμοί Κελσίου. Μετά από πενήντα πέντε λεπτά οδήγησης ήμουν έτοιμος να σταθμεύσω στην πλατεία του χωριού. Αν δεν έβλεπες τις καμινάδες να καπνίζουν και αν δεν μύριζες τους ψητούς μεζέδες στα τζάκια, θα έβαζες στοίχημα πως το χωριό ήταν εγκαταλειμμένο.

Η βροχή σταμάτησε. Περιπλανήθηκα στα στενά δρομάκια παρατηρώντας τα πετρόκτιστα σπίτια με τα μακρόστενα παράθυρα, τα ξύλινα κρεμαστά μπαλκόνια και τις καμάρες στις εισόδους, ώσπου τα βήματά μου με οδήγησαν στην άκρη του χωριού, όπου βρισκόταν μια παλιά εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Στον προαύλιο χώρο βρισκόταν, ασφυκτικά γεμάτο, το παλιό νεκροταφείο του χωριού.

Δεν είμαι ιδιαίτερα πιστός. Δεν πηγαίνω τις Κυριακές να συμμετέχω στη Θεια Λειτουργία και όποτε βρεθώ σε συζητήσεις επί του θέματος, υποστηρίζω πως αν υπάρχει Θεός, ας με κρίνει συμφώνα με τον τρόπο που ζω. Τελευταία αναμασώ και κάτι που διάβασα και μου άρεσε: «Όποιος έχει θρησκεία δεν έχει Θεό».

Μου αρέσουν, όμως, οι παλιές εκκλησίες ως αρχιτεκτονικά μνημεία, αλλά τις σέβομαι και ως χώρους λατρείας, όπως θα σεβόμουν τους χώρους λατρείας οποιασδήποτε θρησκείας. Μπήκα μέσα στην εκκλησία, άναψα ένα κερί, μελέτησα για λίγο μερικά απομεινάρια καταστραμμένων τοιχογραφιών και βγήκα έξω.

Νωρίτερα είχα προσπεράσει, μπαίνοντας από το κάγκελο, έναν σταυρό στον οποίο δεν έδωσα σημασία. Επέστρεψα και με δυσκολία διάβασα τα μαυρισμένα από τα χρόνια γράμματα. Αντώνης, θανών 21.1.1952, ετών τριάντα εννέα. Αναρωτήθηκα γιατί να είναι έξω από το κοιμητήριο, γιατί δεν έχει επίθετο και πώς άραγε να πέθανε.

Πέρασα ξανά το κάγκελο και περιπλανήθηκα ανάμεσα στους μικρούς χορταριασμένους διαδρόμους που χώριζαν τα μνήματα. Πολλά ονόματα, πολλοί νεκροί διαφορετικών ηλικιών, από βρέφη μέχρι υπερήλικες. Μνήματα αφημένα στο έλεος του χρόνου και άλλα καλοδιατηρημένα με φρέσκα λουλούδια εποχής και καντήλια με δυνατή φλόγα.

Στεκόμουν περισσότερο στους τάφους νεαρών. Αναρωτιόμουν από τι να πέθαναν και τι ζωή να πέρασαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Μεγαλύτερη εντύπωση μού έκανε ένας τάφος που ήταν σαν να τον περιποιήθηκε κάποιος λίγα λεπτά πριν βρεθώ εκεί. Ο μαρμάρινος σταυρός γυάλιζε, δεν είχε ίχνος σκόνης, τα λουλούδια ήταν ποτισμένα και το καντήλι ήταν γεμάτο λάδι. Ο νεκρός είχε ταφεί στις 2.2.1952 σε ηλικία μόλις έξι μηνών.
Πάνε σχεδόν εξήντα χρόνια από τότε που πέθανε αυτό το βρέφος. Λογικά δεν θα ζουν οι γονείς του. Ποιος άραγε τόσα χρόνια μετά να φροντίζει τόσο καλά τον τάφο του;

Δίπλα στον τάφο του μικρού υπήρχε ένα άδειο «οικόπεδο» και παραδίπλα ακόμα ένας καλοδιατηρημένος τάφος με ημερομηνία θανάτου 23.6.2008. Ο άντρας που αναπαυόταν στον τάφο έφυγε πλήρης ημερών σε ηλικία 88 χρονών. Έκανα μερικά βήματα πίσω και παρατηρούσα τα δύο μνήματα, τα οποία χώριζε το κενό «οικόπεδο».

Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω το συλλογισμό  μου και με διάκοψε μια ήρεμη μπασάτη φωνή.

– Γεια σου, γιε μου, γυρεύεις κανένα τάφο να σε βοηθήσω;

Ήταν ο ιερέας του χωριού.

– Όχι, επισκέπτης είμαι, του απάντησα και πιάσαμε κουβέντα.

Μισή ώρα αργότερα έφυγα χαιρετώντας τον καλό ιερέα που μόλις γνώρισα. Επέστρεψα στο αυτοκίνητο βιαστικά, γιατί άρχισε και πάλι να ψιλοβρέχει. Ξεκίνησα τη μηχανή, έθεσα σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες και έφυγα.

Οι κουβέντες που έκανα λίγο νωρίτερα με τον ιερέα ηχούσαν σαν καμπάνα στα αυτιά μου. Αν υπάρχει παράδεισος, αυτός ο άνθρωπος έχει εξασφαλισμένη μια θέση εκεί, σκέφτηκα. Πέρασε μια ζωή αφοσιωμένος σε αυτό που τάχτηκε να υπηρετεί από πολύ νεαρή ηλικία. Τώρα στα ενενήντα του περιμένει να «κατοικήσει» στο τελευταίο άδειο «οικόπεδο» του κοιμητηρίου. Περιμένει να αναπαυτεί, όπως μου είπε, ανάμεσα στο βρέφος που «σκότωσε τούτη γέρημη αρρώστια», εννοώντας προφανώς τον καρκίνο και στο νεκροθάφτη του κοιμητηρίου που στα τελευταία χρόνια της ζωής του έμεινε στα αζήτητα, σε ένα γηροκομείο. Ήταν ζωντοχήρος και είχε δύο παιδιά, από τα οποία το ένα ήταν στην Αυστραλία και το άλλο, παρόλο που ζούσε στην Κύπρο, είχε να το δει από τότε που χώρισε με την μάνα του.

«Πέθανε, γιε μου, και έμεινε στο νεκροτομείο του νοσοκομείου μια εβδομάδα. Όταν το έμαθα, φρόντισα μαζί με άλλους συχωριανούς να τον φέρουμε εδώ. Του κάναμε κηδεία παραχωρώντας του τον ένα από τους δύο τάφους που είχα αγοράσει εγώ», συνέχισε να μου εξιστορεί ο ιερέας.

Τον τάφο του βρέφους τον φρόντιζε από τότε που σταμάτησαν να τον επισκέπτονται και να τον καθαρίζουν οι δικοί του. Είχε μια ιδιαίτερη σχέση με αυτό τον νεκρό, ήταν ο πρώτος που είχε θάψει ως ιερέας , ήταν και βρέφος, ήταν ο τρόπος που έφυγε από την ζωή , όλα αυτά τον οδήγησαν στο να θέλει να «αναπαυτεί» δίπλα του. Χρόνια μετά έθαψε και το νεκροθάφτη και έμεινε ο δικός του τάφος εκεί ανάμεσα τους να τον περιμένει. «Έχω», μου είπε, «και μια τελευταία επιθυμία. Άμα συχωρεθώ να βάλουν μαζί μου στον τάφο και τα λείψανα του καημένου του Τρελαντώνη, να τα πάρω μαζί μου. Είναι κρίμα να μένει μόνος του έξω από το κοιμητήριο τόσα χρόνια».

Advertisements

Ολγα

Την ρωτούσα:
«Εσύ ποια είσαι τελικά, ποιο είναι το πραγματικό όνομά σου;»
Ειρήνη, Χριστίνα, Μόνικα, Μαρία…
Πώς αλήθεια σε λένε;
«Εσύ, Όλγα, να με λες», μου απαντούσε πάντα.
Χίλια πρόσωπα, ένα για τον καθένα.
Χίλια ονόματα.
Όλγα για εμένα.
Κάποτε χίλιες ψυχές, μια κάρδια μεγάλη, χωρίς ανάσα.
Κάποτε χίλια πρόσωπα, μια ανάσα, μισή καρδία, καθόλου ψυχή.
Μα δε μου είπε στʼ αλήθεια ποτέ το όνομά της.
Δέσποινα , Αντιγόνη, Αθηνά, Άρτεμις…
«Εσύ, Όλγα, να με λες», μου απαντούσε.
Ακόμα και την ώρα που έκλεινε την πόρτα πίσω της,
για να χαθεί για πάντα.
Την ρώτησα ποιο ήταν το όνομά της τελικά.
«Εσύ, Όλγα να με θυμάσαι», μου είπε.
Και από τότε, Όλγα ξανά δεν είδα, όσες φορές και να την συνάντησα.

Κρυβομαι

Κρύβομαι από τον εαυτό μου, μιλώ δυνατά,
λέω πολλά,
μα οι ήχοι που βγάζω είναι του βυθού κραυγές.
Η γλώσσα του ορθού λόγου φυλακισμένη
πίσω από τα δόντια που μοιάζουν σαν κάγκελα…
να την κρατούν, ως ποτέ άραγε;
Ο καθωσπρεπισμός μου στάθηκε στο λαιμό,
πνίγομαι,
μα κάνεις δεν πρέπει να μου δώσει τις πρώτες βοήθειες,
γιατί αυτό τον κόμπο
ή τον φτύνεις κοιτώντας ψηλά
ή τον καταπίνεις σκύβοντας χαμηλά.

Ξημερωνει Κυριακη

Ξημερώνει Κυριακή…
Αν ήμουν κυνηγός, θα σκότωνα.
Αν ήμουν οπαδός, θα έβριζα.
Αν ήμουν του οκταώρου υπηρέτης
και της οικογένειας εργάτης,
θα έπαιρνα γυναίκα και παιδιά για εκδρομή.
Αν ήμουν νέος, δε θα καθόμουν εδώ.
Αν ήμουν γέρος, θα αναπολούσα,
ίσως και ως την εκκλησιά να περπατούσα.
Ξημερώνει Κυριακή…
Αν είχα έρωτα να δώσω,
θα ήμουν σε μια αγκαλιά.
Αν πονούσα, θα έκανα το δάκρυ κομποσκοίνι να προσευχηθώ.
Αν λυπόμουν, θα είχα ελπίδα.
Αν χαιρόμουν, θα είχα συντρόφια.
Ξημερώνει Κυριακή
και το τίποτα, με τίποτα δεν το μπορώ.
Μα αν το τίποτα σ’ ένα χαρτί είναι η αρχή του κάτι,
αυτό το τίποτα κρατώ και προχωρώ.

Η Μγισσα και ο αγγελος

«Μ’ έλεγαν μάγισσα που καρδιές ράγισα˙ χόρευα κι άργησα, κάθε αρχή κατάργησα…», λένε οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου σε ένα αγαπημένο τραγούδι της Χαρούλας Αλεξίου.
Τρίτη και Πέμπτη αφού σχολνούσε η Μαρία από τη δουλειά της, πήγαινε σε μια σχολή και χόρευε˙ αγαπούσε το χορό και λάτρευε να χορεύει Latin. Με το χορό της μάγευε όσους την έβλεπαν, με το χαμόγελό της σκορπούσε υποσχέσεις, με τη μυρωδιά της μεθούσε όλους τους άντρες και με το άγγιγμά της τους τρέλαινε. Αυτά όλα τα… μαγικά γίνονταν μεταφορικά, γιατί είχε και ένα άλλο κρυφό ταλέντο. Μελετούσε και ήξερε πολλά για τη μαγεία. Έκανε μάλιστα και διάφορα ξόρκια˙ η ειδικότητά της ήταν τα ερωτικά ξόρκια.

Ήταν πολύ αγαπητή στο περιβάλλον της και αυτήν της την ιδιότητα φρόντιζε να κρατά μυστική˙ άλλωστε η σιωπή και η λήθη είναι από τους βασικούς κανόνες που πρέπει να τηρεί μια μάγισσα. Ήταν, όμως, μια μάγισσα που έκανε τα μαγικά της σε προσωπικά της θέματα και δεν ενοχλούσε τους άλλους. Βέβαια, αυτό ήταν κάπως σχετικό… Τα ξόρκια της στόχευαν άντρες, άντρες που ποθούσε και δεν της έδιναν σημασία. Το φίλτρο που χρησιμοποιούσε περισσότερο και με μεγάλη επιτυχία ήταν το φίλτρο Αθηνά -πίστευε πως ήταν το καλύτερο φίλτρο για ερωτικά ξόρκια. Όταν ήθελε κάτι παραπάνω στο κρεβάτι από το σύντροφό της έφτιαχνε ένα αφροδισιακό ποτό από μανδραγόρα και όταν ήθελε  να δέσει έναν άντρα δίπλα της, για να μην ξενοκοιτάξει, έκανε το λεγόμενο ξόρκι  «δέσιμο του γουρουνιού».

Στο σπίτι της είχε μια ντουλάπα διπλοκλειδωμένη με όλα τα αναγκαία σύνεργα, το «ευαγγέλιο» της μαγείας,  βότανα, «πέτρα της αγάπης» -πρόκειται για έναν ημιπολύτιμο λίθο που ανοίγει την καρδιά σε όλες τις μορφές της αγάπης-, ροζ κορδέλα, Μαγνητόλαδο του Κρόνου, Μαγνητόλαδο της Αφροδίτης -απαραίτητο για το ξόρκι «δέσιμο του Γουρουνιού»-, καρφίτσες, λάδι της Αφροδίτης και Τριαντάφυλλο της Αφροδίτης, φύλλα και ρίζες μανδραγόρα, μαγνήτες κουκλάκια, κεριά, το αγαπημένο της φίλτρο Αθηνά, διάφορες πέτρες και πολλά άλλά. Τις Παρασκευές και τις μέρες που είχε πανσέληνο χανόταν, γιατί αυτές είναι οι ήμερες που συνήθως γίνονται τα ερωτικά ξόρκια.

 

Σε ένα αποκριάτικο χορό ντύθηκε, όπως κάθε χρόνο, τον πραγματικό της εαυτό. Ενώ χόρευε έπεσε πάνω σε έναν άγγελο, όνομα και πράγμα, αφού ονομαζόταν Άγγελος και ήταν και ντυμένος σαν άγγελος, ξανθός, γαλανομάτης με άσπρο δέρμα˙ ήταν σαν να έπεσε από τον ουρανό. Γνωρίστηκαν και γρήγορα ήρθε ο ένας κοντά στον άλλο. Η μάγισσα επιθυμούσε να τον κάνει δικό της κι έτσι αποφάσισε να κάνει ένα ξόρκι για να πετύχει το σκοπό της. Περίμενε πέντε μέρες πριν την πανσέληνο για να αρχίσει το ξόρκι. Το συγκεκριμένο ξόρκι επέβαλλε αυτή την χρονοβόρα διαδικασία. Κάθε μέρα έκανε και ένα βήμα, μέχρι να γεμίσει το φεγγάρι για να ολοκληρωθεί το ξόρκι με μια ιεροτελεστία που γινόταν στο φώς του γεμάτου φεγγαριού. Είχε την επιθυμία, είχε το συναίσθημα, την πίστη και τη γνώση. Τώρα έπρεπε να συγκεντρωθεί στο στόχο της.


Τη μέρα που είχε πανσέληνο δεν μίλησε καθόλου στον Άγγελό της. Έμεινε κλεισμένη στο σπίτι όλο το απόγευμα και τον σκεφτόταν. Άφησε το συναίσθημά της να ξεχειλίσει, για να κλάψει επάνω σε ένα κόκκινο μαντίλι που θα το χρησιμοποιούσε το βράδυ στο ξόρκι που θα έκανε. Δεν απάντησε ούτε στα τηλεφωνήματά του˙ δεν ήθελε να χαλάσει η συγκέντρωσή της.

 

Ο Άγγελός της ανησύχησε και πήρε το αυτοκίνητο να πάει να δει τι γίνεται. Στάθμευσε κάτω από την πολυκατοικία όπου έμενε. Τα φώτα ήταν αναμμένα. Ανέβηκε με τα πόδια μέχρι τον τρίτο όροφο όπου έμενε η μάγισσά του, κτύπησε την πόρτα, αλλά κανείς δεν απάντησε. Ο Άγγελος παρατήρησε στον ανελκυστήρα ότι η ένδειξη της κατεύθυνσης ήταν προς την ταράτσα, ενώ άκουσε και μια χαμηλή φωνή  από το κλιμακοστάσιο.

 

Ανέβηκε με τα πόδια σιγά σιγά. Όλο έκπληξη την αντίκρισε τρία τέσσερα μέτρα μπροστά του ολόγυμνη με ένα μπουρνούζι να κείτεται στα πόδια της και ένα μαντίλι να σκεπάζει το κεφάλι της. Την άκουσε κάτι να ψιθυρίζει για τη γυμνή αλήθεια της, τη μαγική σελήνη, τη θεά Αθηνά και τη θεά Αφροδίτη, ενώ και το όνομά του ήταν μέρος του λόγου της…
Η μάγισσα ένιωσε πως κάποιος την παρακολουθούσε. Σταμάτησε την τελετή, έσκυψε, πήρε το μπουρνούζι και το έριξε βιαστικά επάνω της.

 

– Άγγελε, εσύ! είπε έκπληκτη.

– Τι στην ευχή κάνεις τέτοια ώρα εδώ πάνω; τη ρώτησε.

Η μάγισσα πήγε να δικαιολογηθεί πως όλα ήταν ένα αστείο και πως το έκανε για πλάκα, αλλά ο Άγγελος που ήταν θρησκευόμενος και  καλός γνώστης  του λόγου της εκκλησιάς θύμωσε.

 

 – Η Εκκλησία μας καταδικάζει τη μαγεία, διότι σημαίνει υποδούλωση στο διάβολο και τα ξόρκια είναι ένα επικίνδυνο είδος μαγείας, της είπε.
– Σε θέλω πολύ Άγγελέ μου, γι’ αυτό το έκανα, του δικαιολογήθηκε.

-Αν με θέλεις να σταματήσεις να κάνεις τέτοια πράγματα, της είπε αυστηρά.

Ακλούθησαν υποσχέσεις ότι δεν θα ασχολείτο ξανά με μαγεία και ξόρκια. Για να γίνει πιο πειστική δέχτηκε να πάει στον πνευματικό του Άγγελου για να εξομολογηθεί.
Για λίγο καιρό τα πράγματα μεταξύ τους πήγαιναν καλά, μα μόλις πλησίασε η επόμενη πανσέληνος η μάγισσα δεν κρατιόταν. Λίγες μέρες νωρίτερα άρχισε να παρατηρεί με ερωτική διάθεση τον καινούριο ένοικο του διπλανού διαμερίσματος της πολυκατοικίας όπου κατοικούσε. Τώρα δεν την ένοιαζε αν την έκανε τσακωτή ο Άγγελος˙ θα γλίτωνε μια ώρα νωρίτερα και θα της άφηνε χώρο και χρόνο για τον καινούριο στόχο της. Ανέσυρε τα σύνεργά της και ξεκίνησε τις προετοιμασίες της.

Ήξερε πως θα περνούσε ο Άγγελος, αλλά δεν την ενόχλησε καθόλου. Δείλιασε μόνο μια στιγμή, όταν άκουσε το κτύπημα της πόρτας.
Σηκώθηκε, του άνοιξε κοιτάζοντάς τον ανέκφραστα. Ο Άγγελος έριξε μια ματιά σε  όλα τα σύνεργα της μάγισσας που ήταν στρωμένα στο σαλόνι του σπιτιού της. Θύμωσε, στεναχωρήθηκε, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Το μόνο που κατάφερε ήταν να ψελλίσει ένα γιατί.
– Άκουσες ποτέ την ιστορία του σκορπιού και του βάτραχου; τον ρώτησε.

Ο Άγγελος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Και τότε αυτή του τη διηγήθηκε:

– Στις δυο πλευρές ενός ποταμού βρισκόταν από τη μια ο βάτραχος και από την άλλη ο σκορπιός. Ο σκορπιός ήθελε να πάει απέναντι και παρακάλεσε  το βάτραχο να τον βοηθήσει να περάσει. Ο βάτραχος του αρνήθηκε, γιατί φοβόταν το θανατηφόρο του κεντρί. Ο σκορπιός του υποσχέθηκε ότι δεν θα τον τσιμπούσε, γιατί τον είχε ανάγκη. Τότε ο κάλος βάτραχος πείστηκε και προσέγγισε το σκορπιό για να τον βοηθήσει. Ανέβηκε ο σκορπιός στη ράχη του βάτραχου, ο οποίος ξεκίνησε να τον μεταφέρει στην άλλη όχθη. Στη μέση της διαδρομής ο σκορπιός τέντωσε την ουρά που βρίσκεται επάνω το κεντρί του και τσίμπησε το βάτραχο. Ο βάτραχος του θύμισε την υπόσχεση που του είχε δώσει λέγοντάς του πως τώρα θα βούλιαζε κι αυτός μαζί του. Ο σκορπιός καθώς βούλιαζε στο ποτάμι τού είπε πως δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί έτσι είναι η φύση του. Έτσι και εγώ, Άγγελέ μου, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είμαι μάγισσα και είναι στη φύση μου να κάνω ξόρκια.
Ο Άγγελος έσκυψε, πήρε τα τσακισμένα του φτερά από τη γωνιά και, αφού δεν μπορούσε να πετάξει ξανά, έφυγε τρέχοντας.

Τηλεφωνικα μηνυματα

Είχαμε καταναλώσει την τρίτη ή τέταρτη μπίρα, βράδυ Πέμπτης, τέλη Ιουλίου˙ ευτυχώς φυσούσε. Καθόμουν με το φίλο μου, τον Αντρέα, στη βεράντα του σπιτιού μου που βρίσκεται σε προάστιο της Λευκωσίας. Κουβεντιάζαμε και φιλοσοφούσαμε για την έως τώρα πορεία των μεσήλικων ζωών μας.

Κατά τα μεσάνυκτα σπάει την αρμονία της στιγμή ο ήχος ενός εισερχόμενου μηνύματος στο τηλέφωνό μου. Πρώτος ξαφνιάστηκε ο σκύλος που ένιωσε τη δόνηση πριν ακουστεί ο ήχος, αφού ακουμπούσε το σώμα του στο τραπεζάκι όπου ήταν τοποθετημένη η τηλεφωνική συσκευή. Τέντωσε τα αυτιά του και έγειρε λοξά δεξιά το κεφάλι του. Τον χάιδεψα, ηρέμησε και έγειρε να συνεχίσει  τον ύπνο του. Παίρνω τη συσκευή στα χέρια μου και αναρωτιέμαι ποιος να είναι τέτοια ώρα.
Ο τηλεφωνικός αριθμός του αποστολέα άγνωστος. Ανοίγω το μήνυμα και διαβάζω.
«Καλησπέρα Ανδρέα, τι κάνεις, καιρό να τα πούμε».

Απαντώ: «Καλησπέρα, αλλά  κάποιο λάθος κάνετε, δεν είμαι ο Ανδρέας».
Πριν προλάβω να καθίσω και πάλι στην καρέκλα, ο ήχος του κινητού με ενημερώνει για ένα νέο εισερχόμενο μήνυμα.

«Αφού δεν είσαι ο Ανδρέας, τότε ποιος είσαι;»

«Τι σημασία έχει ποιος είμαι αφού δεν είμαι αυτός που γυρεύεις» απαντώ, ενώ ο Ανδρέας που παρακολουθούσε ως εκείνη τη στιγμή σιωπηλός, κάνει την πρώτη του παρέμβαση.

– Ρε φίλε, αφού γυρεύει έναν Ανδρέα, δώσε μου τον αριθμό της να της απαντήσω εγώ, που με λένε Ανδρέα.

Πριν απαντήσω στο φίλο μου ήρθε και το επόμενο μήνυμα.

«Μπορεί και να έχει. Δεν μου είπες ποιος είσαι τελικά».

Ο Ανδρέας επαναλαμβάνει με ύφος διατακτικό:

– Δώσε μου τον αριθμό να την πάρω εγώ.

– 9930****

Ο Ανδρέας της γράφει: «Καλησπέρα, με γύρεψες, ο Ανδρέας είμαι, τι κάνεις;»
Ταυτόχρονα στέλνω και εγώ το τελευταία μου μήνυμα: «Δεν είμαι κανένας, καληνύχτα».

Σε λίγο και αφού πρώτα παίρνω απάντηση στο μήνυμα μου: «Καληνύχτα κύριε κανένας, σε ευχαριστώ».

Αρχίζει τότε διάλογο μέσω μηνυμάτων με το φίλο τον Ανδρέα.

«Καλησπέρα Ανδρέα, καλά είμαι, παίζω ζάρια με τη μοναξιά του σχοινοβάτη που κρύβω μέσα μου απόψε. Από πού είσαι;»
«Λευκωσία, εσύ;»

«Λεμεσό»
«Γυρεύεις δίχτυ ασφαλείας για το σχοινοβάτη σου», τη ρωτά ο Ανδρέας.

Στα επόμενα λίγα λεπτά μάθαμε (αλήθεια – ψέματα) πως ονομαζόταν Νίκη, δούλευε σε αποθήκη εταιρίας εισαγωγής ρούχων και έπαιζε με το κινητό τηλέφωνό της για να σκοτώσει τη μοναξιά της.

Άντε, λέω στον Ανδρέα, πήγαινε και συνεχίζεις την κουβέντα από το δικό σου σπίτι.

Με καληνύχτισε ο φίλος μου με την υπόσχεση να με κρατήσει ενήμερο για τη συνέχεα. Έφυγε και πήγα για ύπνο.

Την επόμενη μέρα είχα σχεδόν ξεχάσει τους διαλόγους με τα μηνύματα.
Το Σάββατο πέρασε ο Ανδρέας από το σπίτι μου. Μόλις τον είδα θυμήθηκα και ρώτησα:

– Τι έγινε, ρε φίλε, τελικά με την κοπέλα;

– Βρεθήκαμε χθες, μια με δυόμισι που είχε διάλειμμα, στην αποθήκη, πάνω στα χαρτοκιβώτια με τα ρούχα. Περάσαμε όμορφα.

– Έτσι στην ψύχρα, ρε φίλε;

-Όχι και στην ψύχρα. Προετοιμάζαμε το έδαφος όλο το προηγούμενο βράδυ.

Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητό του, φέρνει και μου δίνει  ένα  κίτρινο μισομαραμένο γαρύφαλλο.

– Στο στέλνει η Νίκη γιατί μας γνώρισες.

– Να της πεις ότι την ευχαριστώ, όταν τη δεις.

– Δεν θα την ξαναδώ.

– Δεν θες να την ξαναδείς;

-Όχι, δεν θέλει  να με ξαναδεί.

Οδοντιατρικη καρεκλα

Τοποθετημένη στη γωνιά,  λοξά αριστερά όπως καθόμουν, αστραφτερή, επιβλητική, μικρόδειχνε θα έλεγα αν ήταν γυναίκα. Την παρατηρώ χρόνια, κάποτε τη συνάντησα τελείως ατημέλητη, κουρελιασμένη.
Σηκώνομαι, πλησιάζω και την αγγίζω. Στην πλάτη της βρίσκω μια μικρή ασημένια ταμπέλα «J.M DENTAL CHEAR SION NO2» και από κάτω, με μικρότερα γράμματα, έναν κωδικό με δώδεκα αριθμούς, ημερομηνία 10/65  και ξανά το όνομα της εταιρίας κατασκευής «J.MORITA DENTAL MFG CO LMD MADE IN JAPAN».

Το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει στο χρόνο. Το 1993 γνώρισα μέσω ενός φίλου ένα νεαρό οδοντίατρο, του οποίου και να μην μου έλεγε την ιδιότητα, θα την καταλάβαινα, αφού με κοίταζε απευθείας στα ζαβά μου  δόντια. Μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές του και ετοιμαζόταν να ανοίξει το δικό του οδοντιατρείο. Πάνω από ένα χρόνο αργότερα  και αφού πρώτα  μου ίσιωσε τα δόντια γίναμε καλοί φίλοι,  μου ζήτησε να τον βοηθήσω να μεταφέρουμε μια  οδοντιατρική καρέκλα από ένα ιατρείο που έκλεινε.

Στο οδοντιατρείο οδηγηθήκαμε από μια μικρή αγγελία που έγραφε πως πωλείται οδοντιατρική καρέκλα λόγω του τερματισμού των εργασιών του ιατρείου. Η αγγελία αναφερόταν σε μια νεότερη καρέκλα του 1980, η οποία ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση, αλλά κουβέντα στην κουβέντα (μέσω τηλεφώνου) πριν πάμε να την παραλάβουμε ο γέρο- γιατρός είπε στο φίλο μου πως στην αποθήκη είχε και την παλιά του καρέκλα, που την χάριζε γιατί ήθελε να  την ξεφορτωθεί.

Σάββατο απόγευμα, μήνα καλοκαιριού -θυμάμαι έντονα την αφόρητη ζέστη- με δανεικό διπλοκάμπινο αυτοκίνητο κατευθυνθήκαμε προς την εντός των τειχών πόλη της Λευκωσίας, για να συναντήσουμε το γέρο οδοντίατρο.

Μετά τις πρώτες συστάσεις έκανα πίσω και παρακολουθούσα  με μεγάλο ενδιαφέρον τη συζήτηση των δυο οδοντιάτρων. Το παρελθόν και το μέλλον «μπερδευτήκαν γλύκα» στο παρόν. Ο γέρος ντυμένος με ανοικτό καφέ παντελόνι κουστουμιού, λευκό πουκάμισο και γραβάτα, ο νέος με τζιν παντελόνι και κόκκινη φανέλα.

Ο γέρος ασκούσε το επάγγελμα του οδοντιάτρου για πάνω από 45 χρόνια, σπούδασε στην Αθήνα στα δύσκολα χρόνια της αποικιοκρατίας. Ήταν από τους πρώτους οδοντιάτρους της πρωτεύουσας. «Κουράστηκα, βαρέθηκα, μου έμειναν πέντε έξι πελάτισσες -γυναίκες φίλων γιατρών άλλων ιδιοκτήτων- που έρχονται, τις οποίες ούτε που χρεώνω». Μιλούσε και είχε μια ηρεμία στον τόνο της φωνής του, μια ηρεμία σαν να κοίταζα το ηλιοβασίλεμα να χάνεται σιγά – σιγά. Από την απέναντί του μεριά ο νέος γιατρός, καμιά τριανταριά χρονών, όλο ζωντάνια, όνειρα και φιλοδοξίες για το μέλλον, λαμπερός σαν τον ήλιο λίγο μετά την ανατολή.

Κατεβάσαμε με δυσκολία την καρέκλα και τα αλλά οδοντιατρικά μηχανήματα που την συνόδευαν από την στενή γυριστή μαρμάρινη  σκάλα του πρώτου ορόφου όπου ήταν το ιατρείο. Τα φορτώσαμε στο διπλοκάμπινο και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Φεύγοντας, ένας ήχος που έφτανε στα αυτιά μου σαν να ανοιγόκλεινε σκουριασμένο κάγκελο, με έκανε να στρέψω τα μάτια μου προς τον πρώτο όροφο. Η σκουριασμένη ταμπέλα του ιατρείου πηγαινοερχόταν σαν εκκρεμές, λες και αποχαιρετούσε το «συνεργάτη» της που έφευγε.

Μια γυναικεία φωνή μου διακόπτει το ταξίδι στο χρόνο . «Ο γιατρός είναι έτοιμος να σας δεχτεί. Παρακαλώ περάστε»,  είπε η γραμματέας.

Υ.Γ. Η ιστορία είναι σχεδόν αληθινή.