Αποσπάσματα

Σαν αγγελιαφορος

μια μέρα ξεκίνησε να τρέχει
Σε είδα να τρέχεις

σαν αγγελιαφόρος

στο δρόμο που ενώνει γη και ουρανό,

εκεί στη γραμμή του ορίζοντα.

Σε είδα να τρέχεις, αφήνοντας

μια ρωγμή στο χρόνο,

μια ρωγμή στον πόνο

και μια ελπίδα

ότι το αδύνατο

μπορεί να γίνει δυνατό.

Advertisements

Στον καμπο των ονειρων σου

Θ'ελω να τρέξω στον κάμπο των ονείρων σου
Θέλω να τρέξω

στον κάμπο των ονείρων σου

σαν μικρό παιδί

ξυπόλητο, ημίγυμνο,

να επανατοποθετήσω,

να επαναπροσδιορίσω

τη σχέση μου με το χώρο,

τη σχέση μου με το χρόνο,

τη σχέση μου με μένα,

τη σχέση μου με σένα.

Θέλω να τρέξω

στον κάμπο τον ονείρων σου,

να σε προλάβω πριν ξυπνήσεις,

να μας βρει αγκαλιά η αυγή

και ύστερα,

άμα θες, συνεχίζουμε μαζί…

Να εξαφανιζεσαι

Να εξαφανίζεσαι
Να εξαφανίζεσαι, ενώ σε βλέπουν όλοι,

να τρέχεις, να ασκείς ψυχή και σώμα,

μα η ψυχή να είναι πιο μπροστά.

Να εξαφανίζεσαι, ενώ σε βλέπουν όλοι,

να βγαίνεις από το σώμα σου,

να παρατηρείς εσένα και τους άλλους,

να επιστρέφεις,

να βάζεις μικρές διορθωτικές πινελιές

και το βράδυ, πριν κοιμηθείς,

να κλείνεις πονηρά το μάτι στον καθρέφτη,

όχι εσύ στο είδωλό σου,

αλλά η ψυχή στο σώμα σου.

Της πολης τα βηματα

Τησ πολης τα βηματα
Κομματάκια από πάζλ μοιάζεις

ή μου φαίνεται;

Τεμαχίσαμε την πόλη,

μα ευτυχώς όχι την ψυχή της,

ακόμα.

Τα βήματά της

σαν την πουρόπετρα

από τα ενετικά τείχη

στάζουν χώμα.

Αν αγαπάς την πόλη σου,

σύρε τα βήματά σου μέσα της,

πιο μέσα από τα τείχη.

Εκεί όπου κτυπά η καρδιά της,

εκεί όπου εισπνέεις μυρωδιές

Ανατολής και Δύσης και μεθάς,

αν ακόμα αντέχεις.

Εκεί της πόλης τα βήματα

γίνονται χαμόγελα παιδικά

και τα κομμάτια του παζλ,

ένα-ένα, μόνα τους, παίρνουν τη σωστή θέση.

Τρέξε, να προφτάσεις…

Ποδια πινελα (A play with the wave)

artist on the run
Όταν τρέχω, συχνά περνά από το μυαλό μου η εικόνα πως τα πόδια μου

είναι πινέλα και ο δρόμος ένας τεράστιος καμβάς.

Τι ζωγραφιά, άραγε, θα σχημάτιζαν τα βήματά μου;

Κάθε μέρα, τόσα χρόνια, χιλιάδες χιλιόμετρα, ποια σχήματα θα

δημιουργούσαν, τι ζωγραφιά θα έφτιαχναν; Θα ξεχώριζε η

διαλλειμματική προπόνηση, το long slow distance, το χαλάρωμα;

Πώς, άραγε, θα φαίνονταν τα σημεία της «ζωγραφιάς» τις μέρες που δεν

ήμουν συναισθηματικά καλά, που ήμουν κουρασμένος, χαρούμενος,

άρρωστος, πώς όταν το γαλακτικό οξύ μπλόκαρε τους μύες μου;

Σήμερα δεν έτρεχα με πόδια πινέλα,

δεν άφηνα χρώμα στο πέρασμά μου.

Σήμερα είχα την άκρη μιας κλωστής δεμένη στο ένα πόδι

και ξετυλιγόταν καθώς έτρεχα.

Μεγάλωσα πιο γρήγορα από όσο τρέχω.

Βλέπω τα πράγματα να αλλάζουν γύρω μου και φοβάμαι.

Ίσως γι’ αυτό θυμήθηκα το νήμα και το μύθο της Αριάδνης.

Ίσως γι’ αυτό έδεσα νοερά στο πόδι το νήμα, να μη χαθώ…